Το παρόν και το μέλλον των διαγνωστικών κέντρων
ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ ΜΕ ΤΟΝ ΔΡ. ΕΥΑΓΓΕΛΟ ΣΠΑΝΟ, ΠΡΟΕΔΡΟ ΤΗΣ ΒΙΟΙΑΤΡΙΚΗΣ ΚΑΙ ΠΡΟΕΔΡΟ ΤΗΣ ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΑΣ ΕΝΩΣΗΣ ΙΔΙΩΤΙΚΩΝ ΦΟΡΕΩΝ (ΠΦΥ)
στο συνεργάτη μας Νικ. Β. Κωνσταντόπουλο
Ο Ευάγγελος Σπανός, πρόεδρος και διευθύνων σύμβουλος της «Βιοϊατρική ΑΕ» και πρόεδρος της Πανελλήνιας Ένωσης Ιδιωτικών Φορέων (ΠΦΥ), είναι ένας αυτοδημιούργητος άνθρωπος με εξαιρετικές ακαδημαϊκές σπουδές στη Βιοχημεία και την Αναλυτική Χημεία στο Πανεπιστήμιο της Αθήνας και το Πανεπιστήμιο του Λονδίνου. Μοναχικός επιχειρηματίας από το 1979 ίδρυσε την «Βιοϊατρική ΑΕ», τον δεύτερο σε μέγεθος όμιλο διαγνωστικών εργαστηρίων την Ελλάδα σήμερα, πρόσφατα προθυμοποιήθηκε να μας μιλήσει για την εξέλιξη του διακριτού αυτού κλάδου, αλλά και για τα προσωπικά παράπονα και φιλοδοξίες που έχει για την εξέλιξη της διαγνωστικής επιστήμης και πρακτικής στην Ελλάδα.
N.K. Πόσα είναι τα μέλη της Πανελλήνιας Ένωσης Ιδιωτικών Φορέων ΠΦΥ και σε ποιες κατηγορίες διαγνωστικών κέντρων (Δ.Κ.) και κλινικών κατανέμονται;
E.Σ. Στην Ένωσή μας είναι εγγεγραμμένες 75 εταιρείες πρωτοβάθμιας φροντίδας υγείας, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται οι τρεις μεγαλύτερες εταιρείες διαγνωστικών κέντρων, εταιρείες υποβοηθούμενης αναπαραγωγής, κλινικές λέιζερ και οδοντιατρικές εταιρείες.
Ν. Κ. Η ρύθμιση και λειτουργία των διαγνωστικών κέντρων έχει περάσει από πολλές φάσεις μέχρι σήμερα. Ποια είναι η ρύθμιση τώρα σχετικά με τις διαδικασίες ίδρυσης και λειτουργίας ενός Διαγνωστικού Κέντρου;
Ε.Σ. Το 1991 εκδίδεται ο νόμος 2071/91 ο οποίος εξουσιοδοτεί την έκδοση Προεδρικού Διατάγματος για τους όρους και προϋποθέσεις λειτουργίας των ιδιωτικών φορέων πρωτοβάθμιας περίθαλψης. Τα επόμενα χρόνια γίνονται 3 προσπάθειες από το Υπουργείο Υγείας, ακόμη και για εταιρείες αστικού τύπου, οι οποίες απορρίπτονται από το Συμβούλιο της Επικρατείας. Τέλος, δέκα χρόνια μετά δηλαδή το 2001 εκδίδεται το Προεδρικό Διάταγμα 84/2001 με το οποίο επιχειρείται η βίαια μετατροπή του ιδιοκτησιακού καθεστώτος νομίμως λειτουργούντων επιχειρήσεων στο χώρο της πρωτοβάθμιας περίθαλψης. Το διάταγμα αυτό κρίθηκε αντισυνταγματικό τόσο τυπικά όσο και ουσιαστικά από το 4ο τμήμα και την ολομέλεια του Συμβουλίου Επικρατείας. Το διάταγμα αυτό αποδείχθηκε στην πράξη κατά τα 9 χρόνια εφαρμογής του, ανεφάρμοστο, αντισυνταγματικό, αντιευρωπαϊκό, αντιδεοντολογικό και αντιαναπτυξιακό. Στην ανάγκη αντικατάστασης του συμφώνησαν όλοι οι εργαστηριακοί φορείς πρωτοβάθμιας περίθαλψης.
Στις 2 Οκτωβρίου του 2010 δύο ημέρες πριν τις εκλογές εκδίδεται το Π.Δ. 180/2010 που απελευθέρωνε την επιχειρηματική δραστηριότητα και στο χώρο της πρωτοβάθμιας περίθαλψης με καθυστέρηση 18 ετών δημιουργώντας σχέσεις ισονομίας και υγιούς ανταγωνισμού για πρώτη φορά με τις κλινικές και τα μαιευτήρια. Το Προεδρικό αυτό διάταγμα ενώ ήταν έτοιμο από τον Αύγουστο του 2008 παρέμεινε δυστυχώς στα συρτάρια του Υπουργείου Υγείας μέχρι τον Σεπτέμβρη του 2009.
Πέντε ημέρες μετά τις εκλογές η νέα πολιτική ηγεσία του Υπουργείου Υγείας υπό την πίεση των συνδικαλιστών καταργεί το νέο προεδρικό διάταγμα και δηλώνει την πρόθεσή της να επαναφέρει το Π.Δ. 84/2001 με νομοθετική ρύθμιση και χρόνο προσαρμογής 12 μήνες. Ο χρόνος αυτός δεν επαρκεί για την προσαρμογή ενός απλού ακτινολογικού ή μικροβιολογικού εργαστηρίου. Η Υπουργός ουσιαστικά επέλεξε να κλείσει τις επιχειρήσεις προτού προσαρμοστούν. Διαφορετικά αν ήθελε πράγματι να προσαρμοστούμε ο χρόνος προσαρμογής θα αποτελούσε τμήμα των μεταβατικών διατάξεων του υπό έκδοση Προεδρικού Διατάγματος και συνεπώς αντικείμενο επεξεργασίας του Συμβουλίου Επικρατείας. Για να προσαρμοστούμε αν μη τι άλλο θα πρέπει να γνωρίζουμε τις διατάξεις που θα προκύψουν από το υπό έκδοση Προεδρικό Διάταγμα.
Δεδομένου ότι η ρύθμιση αφορά 700 μικρές και μεγάλες επιχειρήσεις που θα πρέπει να προσαρμοστούν μέσα σε 18 μήνες καταλαβαίνει κανείς το μέγεθος του προβλήματος που θα δημιουργηθεί. Χιλιάδες μέτοχοι θα προσπαθούν να πουλήσουν τα μερίδιά τους σ’ ένα περιορισμένο αριθμό επενδυτών ιατρών. Συνεπώς ενώ η προσφορά θα είναι τεράστια, η ζήτηση θα είναι μικρή έως ανύπαρκτη με αποτέλεσμα να εξευτελιστούν οι αξίες των μετοχών και να χαθούν περιουσιακά στοιχεία για τα οποία απαιτήθηκαν χρόνια να αποκτηθούν. Σημαντικό είναι ότι ο επιστημονικός εξοπλισμός των περισσοτέρων εταιρειών προέρχεται από συμβάσεις χρηματοδοτικής μίσθωσης (leasing) πενταετούς διάρκειας για την υπογραφή των οποίων οι τράπεζες απαίτησαν προσωπικές εγγυήσεις μετόχων των εταιρειών. Συνεπώς εάν γίνει δεκτή η νομοθετική ρύθμιση του Υπουργείου όχι μόνο χιλιάδες επιχειρηματίες, αρκετοί απ’ αυτούς ιατροί, θα χάσουν περιουσιακά στοιχεία που απέκτησαν με κόπο, αλλά πολλοί απ’ αυτούς θα χρειαστεί είτε να πουλήσουν τα σπίτια τους, είτε να μπουν στις φυλακές, προκειμένου να καλύψουν τις απαιτήσεις των τραπεζών που απορρέουν από τις μακροχρόνιες χρηματοδοτικές μισθώσεις.
Ν.Κ. Έχει αναφερθεί επανειλημμένα στο γεγονός ότι με την ισχύουσα σήμερα πρακτική οι λειτουργίες της Δευτεροβάθμιας Φροντίδας Υγείας έχουν εισβάλλει και μάλιστα με ένα άκομψο τρόπο στις λειτουργίες της ΠΦΥ (εξετάσεις, διάγνωση, πρόληψη). Εσείς πως πιστεύετε ότι τα Κέντρα σας συμβάλλουν ουσιαστικά στην επιτέλεση των λειτουργιών της ΠΦΥ;
Ε.Σ. Εδώ και πολλά χρόνια προσπαθούμε να αποκτήσουμε ένα σύγχρονο πλαίσιο λειτουργίας χωρίς επιτυχία σε αντίθεση με τις κλινικές οι οποίες εδώ και 70 χρόνια λειτουργούν χωρίς κανένα περιορισμό της επιχειρηματικής δραστηριότητας. Το 1991 δίνεται η δυνατότητα στις κλινικές και μαιευτήρια παράτυπα να παρέχουν υπηρεσίες πρωτοβάθμιας περίθαλψης με αποτέλεσμα εκτός από θεραπευτήρια να μετατραπούν σε τεράστια διαγνωστικά κέντρα. Έτσι κρυφά, ένα μεγάλο κομμάτι της πρωτοβάθμιας περίθαλψης πέρασε, με τις ευλογίες των συνδικαλιστών, στις κλινικές και τα μαιευτήρια. Σε όλες τις χώρες του κόσμου η πρωτοβάθμια περίθαλψη αποτελεί μέσο περιορισμού της ροής ασθενών προς την δευτεροβάθμια και πλέον ακριβή περίθαλψη. Εμείς στην Ελλάδα ασθενείς που χρήζουν πρωτοβάθμιας περίθαλψης τους στέλνουμε στην δευτεροβάθμια ευνοώντας την προκλητή ζήτηση.
Οι κλινικές και τα μαιευτήρια από την μια αποκτούν πρόσβαση σε υπηρεσίες πρωτοβάθμιας περίθαλψης και από την άλλη εξαιρούνται από τους επιχειρηματικούς περιορισμούς που επιβάλλονται στις εταιρείες πρωτοβάθμιας περίθαλψης. Από την καταστροφή των οργανωμένων επιχειρήσεων στο χώρο της πρωτοβάθμιας περίθαλψης θα επωφεληθούν συνεπώς οι κλινικές και τα μαιευτήρια τα οποία και θα κυριαρχήσουν εκτός από την δευτεροβάθμια και στην πρωτοβάθμια περίθαλψη. Η δημιουργία ηθελημένα ή μη μονοπωλιακών καταστάσεων στον χώρο της ιδιωτικής περίθαλψης θα είναι τεράστιο σφάλμα με τραγικές συνέπειες τόσο για την Εθνική οικονομία όσο και για την υγεία του Ελληνικού λαού.
Ν.Κ. Σε ποια αναλογία λειτουργείτε σε συνεργασία με ασφαλιστικά ταμεία, με τον ευρύτερο δημόσιο τομέα ή και με τους ασθενείς απ’ ευθείας. Επίσης ποιες είναι οι χρεώσεις των υπηρεσιών σας και αν αυτές είναι λογικές ακόμη και σήμερα;
Ε.Σ. Η αναλογία μεταξύ ιδιωτών και ασφαλισμένων δημόσιων οργανισμών είναι 45-55% στην Αθήνα, 35-65% στην Θεσσαλονίκη και 25-75% σε άλλες επαρχιακές πόλεις. Ακόμη μέσα στην ίδια πόλη μπορεί να υπάρχουν σημαντικές διαφορές, για παράδειγμα στην Κηφισιά και την Γλυφάδα το ποσοστό των ιδιωτών να ξεπερνάει το 60% ενώ στον Πειραιά και το Περιστέρι το ποσοστό των ιδιωτών είναι περίπου 35%.
Όπως γνωρίζετε ο μεγαλύτερος αριθμός εξετάσεων είναι διατιμημένος από την Πολιτεία με τιμές που βρίσκονται καθηλωμένες από το 1991. Ως εκ τούτου οι ασφαλισμένοι των οργανισμών του ευρύτερου δημόσιου τομέα επιβαρύνουν τα ταμεία τους με 1,78 ευρώ για γενική ούρων, 2,88 ευρώ για γενική αίματος, 2-4 ευρώ για ακτινογραφία, 8,5 ευρώ για ασπρόμαυρους υπερήχους κλπ. Για τις υπόλοιπες μη διατιμημένες εξετάσεις το κάθε εργαστήριο επιλέγει τις δικές του τιμές που μπορεί να διαφέρουν σημαντικά μεταξύ εργαστηρίων.
Ν.Κ. Ποια είναι η βασική οικονομική επένδυση που απαιτείται κατά τη γνώμη σας για την ίδρυση και λειτουργία ενός Διαγνωστικού Κέντρου σήμερα;
Ε.Σ. Ως διαγνωστικό κέντρο ευνοούμε το ιατρικό εργαστήριο με περισσότερες από 2 εργαστηριακές ειδικότητες. Η επένδυση εξαρτάται από το μέγεθος και τον τεχνολογικό εξοπλισμό και μπορεί να κυμαίνεται από 2-30 εκατομμύρια ευρώ.
Ν.Κ. Πολλές φορές έχετε κατηγορηθεί ότι παρεμβάλλεστε στις λειτουργίες του δημόσιου τομέα, κάνοντας αφαίμαξη της πελατείας του. Εσείς το πιστεύετε αυτό;
Ε.Σ. Οι κατηγορίες είναι αστήρικτες, δυστυχώς όμως ακούγονται και από την πολιτική ηγεσία του Υπουργείου Υγείας, η οποία και αποφάσισε να περιορίσει την ιδιωτική πρωτοβάθμια περίθαλψη μέσω της επαναφοράς του Π.Δ. 84/2001. Από την απαξίωση, κατακερματισμό και οικονομική καταστροφή των νομίμως λειτουργούντων επιχειρήσεων πρωτοβάθμιας περίθαλψης η Υπουργός Υγείας και οι συνδικαλιστές που την συμβουλεύουν, προσδοκούν να περιορίσουν δραστικά τις ζημιές των ασφαλιστικών ταμείων, γιατί οι ασθενείς θα στραφούν προς τα εργαστήρια του Ι.Κ.Α. και τα δημόσια νοσοκομεία. Και όλα αυτά όταν σήμερα σε όλη την Ευρώπη τα δημόσια νοσοκομεία επιτυγχάνουν τεράστιες οικονομίες κλίμακας μέσω μειοδοτικών διαγωνισμών εκχώρησης (outsoursing) των εργαστηριακών εξετάσεων (μικροβιολογίας, κλινικής χημείας, αξονικών, μαγνητικών, PET) σε ιδιωτικές εταιρείες πρωτοβάθμιας περίθαλψης.
Από τα στοιχεία φαίνεται καθαρά ότι η προσπάθεια του Υπουργείου Υγείας θα έχει τα ακριβώς αντίθετα αποτελέσματα και θα οδηγήσει σε περαιτέρω αύξηση των ήδη τρομακτικών ελλειμμάτων των δημόσιων ταμείων και των νοσοκομείων. Τα ασφαλιστικά ταμεία πληρώνουν τις ίδιες ακριβώς τιμές στα ιδιωτικά εργαστήρια και τα νοσοκομεία, με εξαίρεση το Ι.Κ.Α., το Ν.Α.Τ. και το ταμείο δικηγόρων που έχουν εκπτώσεις της τάξεως του 20% από τα ιδιωτικά εργαστήρια. Επομένως αντί επιβάρυνσης έχουμε σημαντικό περιορισμό των δαπανών. Μελέτες της Εθνικής Σχολής Δημόσιας Διοίκησης έχουν δείξει ότι το κόστος αξονικών και μαγνητικών τομογραφιών στα εργαστήρια του Ι.Κ.Α. υπερβαίνει κατά 50% την διατιμημένη τιμή των ασφαλιστικών ταμείων. Επομένως κάθε αξονική τομογραφία που γίνεται στο Ι.Κ.Α. και πιθανόν στα δημόσια νοσοκομεία, για τα οποία δεν υπάρχουν αντίστοιχα στοιχεία κοστίζει στα ασφαλιστικά ταμεία κατά 50-70% υψηλότερα από ότι στα ιδιωτικά απεικονιστικά εργαστήρια. Οι εργαστηριακοί ιατροί των δημόσιων νοσοκομείων επιζητούν να προωθήσουν όσο το δυνατό μεγαλύτερο αριθμό απεικονιστικών εξετάσεων υψηλού κόστους στα δημόσια νοσοκομεία γιατί έχουν προσωπικό οικονομικό όφελος, εισπράττοντας το 35% της αποζημίωσης για τις απεικονιστικές εξετάσεις που εκτελούνται στα απογευματινά ιατρεία. Οι αντίστοιχοι ιατροί που εργάζονται στον ιδιωτικό τομέα εισπράττουν από 5-7% της αποζημίωσης που δίδεται από τα ταμεία. Για κάθε αξονική ο διευθυντής του εργαστηρίου του κρατικού νοσοκομείου εισπράττει 25€, για κάθε μαγνητική 85€ και για κάθε PET scan 525€. Τα golden boys δεν βρίσκονται μόνο στις τράπεζες αλλά και στα δημόσια νοσοκομεία. Με τέτοιες αμοιβές είναι σίγουρο ότι οι εξετάσεις αυτές είναι ζημιογόνες για τα δημόσια νοσοκομεία. Άλλωστε το Ε.Σ.Υ. έχει συνηθίσει στα ελλείμματα τα οποία εδώ και πολλά χρόνια πληρώνουν οι Έλληνες φορολογούμενοι.
Ν.Κ. Τα Διαγνωστικά Κέντρα αναγνωρίζεται ότι σήμερα έχουν μια απήχηση στο κοινό και μια σταθερή αύξηση των υπηρεσιών τους. Νομίζετε ότι αυτή η τάση θα συνεχιστεί και στο μέλλον;
Ε.Σ. Η χώρα μας επέλεξε μέσω του Εθνικού συστήματος υγείας να επικεντρωθεί στην δευτεροβάθμια περίθαλψη γεγονός που επέτρεψε στην ιδιωτική πρωτοβάθμια περίθαλψη να κυριαρχήσει στο χώρο και να αναδείξει τα συγκριτικά της πλεονεκτήματα, όπως:
1. Ευκολία πρόσβασης των πολιτών λόγω χωροταξικής κατανομής. Η ύπαρξη υποκαταστημάτων συμβάλλει στην καλύτερη εξυπηρέτηση των πολιτών.
2. Υψηλή ποιότητα παρεχόμενων υπηρεσιών. Εργαστήρια που ανήκουν στην Ένωσή μας έχουν πιστοποιηθεί με ISO 9001, ISO 9002 και ISO 15189 και λαμβάνουν τιμητικές διακρίσεις σε Ευρωπαϊκά προγράμματα εξωτερικής ποιοτικής αξιολόγησης, και
3. Ταχύτητα εξυπηρέτησης. Τα αποτελέσματα για τις περισσότερες εξετάσεις δίνονται αυθημερών. Πληρότητα παρεχόμενων υπηρεσιών. Οι πολίτες μπορούν να εξυπηρετηθούν, με μια μόνο επίσκεψη, σε πολλές εργαστηριακές ειδικότητες.
Τα οφέλη που προκύπτουν για την πολιτεία είναι:
1. Περιορισμός της μετάβασης ασθενών στο εξωτερικό για την διενέργεια εξειδικευμένων και σπάνιων εργαστηριακών εξετάσεων.
2. Δραστικός περιορισμός της ροής ασθενών από την επαρχία προς το κέντρο για διαγνωστικούς σκοπούς.
3. Περιορισμός της κατεύθυνσης ασθενών στην δευτεροβάθμια και πιο δαπανηρή περίθαλψη.
4. Δυνατότητα προληπτικού ελέγχου υγείας, και Εξυπηρέτηση ασθενών κρατικών ασφαλιστικών οργανισμών, με τιμές καθηλωμένες από το 1991, με αποτέλεσμα να απορροφάται ένα μεγάλο μέρος της ζήτησης που διαφορετικά θα επιβάρυνε με πολλαπλό κόστος ακόμη περισσότερο τα δημόσια νοσοκομεία.
Tα πρώτα χρόνια υπήρξε ραγδαία και άναρχη ανάπτυξη των διαγνωστικών κέντρων μεταξύ των άλλων και λόγω έλλειψης νομοθετικού πλαισίου. Μετά το 2001 τα πράγματα διορθώθηκαν σ’ ένα βαθμό με αποτέλεσμα πολλές μικρές επιχειρήσεις να κλείσουν. Το μέλλον είναι αβέβαιο. Η οικονομική κρίση είναι σίγουρο ότι θα επηρεάσει σημαντικά την ανάπτυξη και θα οδηγήσει σε κλείσιμο ακόμη και μεγάλες οργανωμένες επιχειρήσεις του χώρου.
Ν.Κ. Πως βλέπετε την δυνατότητα επέκτασης των Δ.Κ. σε άλλες δραστηριότητες (κοινά σχήματα ΣΔΙΤ), υπηρεσίες άμεσης βοήθειας, διάγνωση σε εξειδικευμένες ειδικότητες ιατρικής, κ.α.;
Ε.Σ. Ο νόμος για τα ΣΔΙΤ σε θέματα υγείας ευνοούσε τις κατασκευαστικές εταιρείες και προέβλεπε ένα μικρό συμπληρωματικό ρόλο στις εταιρείες παροχής υπηρεσιών υγείας όσον αφορά τον σχεδιασμό και λειτουργία των νοσοκομείων. Πιστεύουμε ότι υπάρχει χώρος για σωστή ισότιμη συνεργασία μεταξύ ιδιωτικού και δημόσιου τομέα σε μεγάλο φάσμα διαγνωστικών υπηρεσιών. Το εξαιρετικά υψηλό κόστος των διαγνωστικών εξετάσεων στα δημόσια νοσοκομεία και εργαστήρια του Ι.Κ.Α. μπορεί να αντιμετωπιστεί άμεσα με εκπτωτικούς διαγωνισμούς εκχώρησης (outsoursing), με τεράστιες οικονομίες κλίμακας, όπως άλλωστε συμβαίνει στις περισσότερες χώρες της Ευρώπης. Η πολιτεία αντί να οδηγεί σε απαξίωση, κατακερματισμό και οικονομική καταστροφή τις υπάρχουσες υγιείς επιχειρήσεις είναι συνετό να προχωρήσει σε απελευθέρωση της επιχειρηματικής δραστηριότητας, αντί να προστατεύει την ιατρική επιχειρηματική δραστηριότητα, δημιουργώντας ένα ακόμη κλειστό επάγγελμα, όταν σήμερα επιχειρείται η απελευθέρωση των ήδη κλειστών επαγγελμάτων. Οι επιλεκτικές απαγορεύσεις συνήθως επιβάλλονται για να προστατεύσουν επιχειρηματικά συμφέροντα.
Ν.Κ. Ποια είναι η διάθεση του κοινού όσον αφορά τα Δ.Κ. τα τελευταία 10-15 χρόνια. Έχει αλλάξει άποψη για σας και πως σας αντιμετωπίζει η κοινή γνώμη;
Ε.Σ. Είναι αλήθεια ότι τα 10-15 τελευταία χρόνια έχει αλλάξει δραματικά η άποψη της κοινής γνώμης για την ποιότητα των υπηρεσιών πρωτοβάθμιας περίθαλψης που προσφέρουν τα διαγνωστικά κέντρα. Αυτό αποτυπώνεται στις εκατομμύρια επισκέψεις που δέχονται τα διαγνωστικά κέντρα κάθε χρόνο. Οι πολίτες είναι ικανοποιημένοι και κρίνουν θετικά τους άνετους χώρους υποδοχής, την φιλική συμπεριφορά του προσωπικού, την ταχύτητα εξυπηρέτησης και γενικότερα την υψηλή ποιότητα παροχής ιατρικών υπηρεσιών.
Οι οργανωμένες επιχειρήσεις διαγνωστικών κέντρων έχουν επιτύχει ιδιαίτερα υψηλά επίπεδα ποιότητας των εργαστηριακών εξετάσεων, πράγμα που διευκολύνει τους ελεύθερους επαγγελματίες κλινικούς ιατρούς στην άσκηση της κλινικής ιατρικής. Η χώρα μας κατέχει το θλιβερό προνόμιο να είναι η μοναδική στην Ευρώπη χωρίς Εθνικό φορέα εξωτερικού ποιοτικού ελέγχου με αποτέλεσμα επί 4.000 περίπου ιδιωτικών και κρατικών εργαστηρίων να έχουν διαπιστευθεί μέχρι σήμερα λιγότερα από 10, τα περισσότερα από τα οποία ανήκουν στην Ένωσή μας.
Η έλλειψη πιστοποίησης, η έλλειψη εξωτερικής ποιοτικής αξιολόγησης και η χρήση αντιδραστηρίων αμφιβόλου ποιότητας οδηγούν σε αναξιόπιστα αποτελέσματα με ιδιαίτερα μεγάλο ποσοστό ψευδώς θετικών και ψευδώς αρνητικών αποτελεσμάτων. Τα ψευδώς θετικά αποτελέσματα οδηγούν σε παραπέρα εργαστηριακή διερεύνηση και συνεπώς σε ψυχική και οικονομική επιβάρυνση των ασθενών, αλλά και των ασφαλιστικών ταμείων από τις συχνές επαναλήψεις των εξετάσεων. Τα ψευδώς αρνητικά αποτελέσματα είναι πολύ πιο επικίνδυνα διότι προκαλούν εφησυχασμό, όταν στην πραγματικότητα ο ασθενής μπορεί να χρειάζεται άμεση θεραπευτική αντιμετώπιση.
Δεν θα πρέπει να ξεχνάμε λοιπόν ότι η ποιότητα των παρεχόμενων ιατρικών υπηρεσιών δεν εξαρτάται από το μετοχολόγιο των επιχειρήσεων, όπως προσπαθούν να μας πείσουν οι συνδικαλιστές των ιατρικών συλλόγων, αλλά από την ποιότητα του ιατρικού δυναμικού, την οργάνωση, το μέγεθος, τις επενδύσεις σε ιατρικό εξοπλισμό υψηλής τεχνολογίας και κρίνεται αντικειμενικά από τις επιδόσεις στα προγράμματα εξωτερικής ποιοτικής αξιολόγησης.
